Μια θεατρική ματιά πίσω στον χρόνο… «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» Θέατρο Αθήναιον 1982-83

Ο θίασος Καρέζη – Καζάκου γράφει μια μεγάλη επιτυχία στο ενεργητικό του με το έργο του Έντουαρντ Άλμπυ / Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ που ανέβηκε στο θέατρο Αθήναιον στις 5/11/1982 (σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν). Ο Τάσος Λιγνάδης γράφει στην «Μεσημβρινή» (24/11/1982) κάτω από τον τίτλο «Περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος…»

Οι περισσότεροι από εμάς ίσως να θυμούνται εκείνο το τραγουδιστό παιχνίδι των παιδικών χρόνων με το Λύκο, που γέμιζε τις ψυχές μας από μια παράξενη αγωνία. Την προκαλούσε η άγρια ηδονή της αναμονής του κυνηγητού που μας ασκούσε στην ετοιμότητα του τρόμου «περπατώ εις το δάσος, όταν ο λύκος, δεν είν’ εδώ. Λύκε, λύκε εισ’ εδώ;» Η μετρική αυτή πρόκληση, σε κανονική λογαριδική (σπρεχ κορ) απαγγελία διατυπωμένη και με ανάλογους βηματισμούς τελετής, ξυπνούσε, λέει, το λύκο του δάσους, που μετά από την προετοιμασία των ερωταποκρίσεων μας έστρωνε στο ανελέητο κυνηγητό.

Δεν χρησιμοποιώ εδώ το τεκμήριο του παιχνιδιού, για να δώσω τη βάσιμη ελληνική αντιστοιχία στην αλληγορία που μπαίνει σαν τίτλος στο έργο του Έντουαρντ Άλμπυ «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ». Δεν μένω τόσο στο ότι η ζωή που την ξυπνήσαμε με τις φωνές μας, μας στρώνει στο κυνηγητό, για να μας καταβροχθίσει, όταν έρθει η ώρα του δικού της παιχνιδιού. Μένω περισσότερο με ένα προσωπικό αίσθημα, που έμεινε μέσα μου σαν μνήμη. Ήταν αυτή η άσκηση στην ετοιμότητα του τρόμου που μου την ξέθαψε από ξεχασμένους καιρούς η παράσταση του έργου αυτού του Άλμπυ πριν πολλά χρόνια από το Θέατρο Τέχνης. Μια παράσταση που υπογράμμισε αυτό το στοιχείο του τρόμου κλιματίζοντας το σε ζοφερή σκηνική διδασκαλία. Τώρα, που το ξαναβλέπω το έργο, η μνήμη που ερμηνεύει το θέμα εμπεδώνεται μέσα μου.

Αν τα έργα του Άλμπυ συμφωνούσαμε ότι είναι ανθρωποφαγικά ως προς την απεικόνιση των ανθρώπινων σχέσεων, η Βιρτζίνια Γουλφ, πρέπει να είναι το κανιβαλικότερο απ’ αυτά. Δύο ανθρώπινα πλάσματα, που κάποτε τα ένωσε ο έρωτας, οδηγούν το γάμο τους στη σύρραξη του αλληλοεξευτελισμού, που τον αποδέχονται ηρωικά ως θεσμό συμβίωσης. Με κάθε μέσο καταξεσχίζουν ο ένας τον άλλον ίσαμε το τελευταίο κουρέλι υπόληψης που έχει απομείνει, με μια ηδηνόχαρη διάθεση αυτοκαταστροφής, απογυμνώνοντας βέβηλα κάθε τι που κρύβει τη γυμνή σάρκα των γεγονότων που έζησαν οι δυο τους και γκρεμίζοντας κάθε τι που στεγάζει τη γυμνή ψυχή: το καταφύγιο του μυστικού της.

Αυτό το ανελέητο και διαδοχικό στρηπ-τιζ των άσπονδων συζύγων τελείται με τον κώδικα του παιχνιδιού ή του βασανιστηρίου μπροστά σε δύο θεατές – θύματα. Είναι οι δυο άλλοι ένα τυπικό αμερικάνικο ζευγάρι που ξεκινάει ν ‘αρχίσει το τυπικό αμερικάνικο όνειρο. Και ξαφνικά βρίσκεται προσκαλεσμένο σ’ ένα διαμέρισμα, όπου υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει μέρος στην σύνθεση του άθλιου τετραγώνου. Το νεαρό ζεύγος, παρακολουθώντας βήμα προς βήμα τον απολογισμό – σφαγή των δύο συζύγων σε μια εφιαλτική αναπαράσταση, βλέπει μπροστά στα θολωμένα από οινόπνευμα μάτια του την εφαρμοσμένη κόλαση που τους περιμένει στην πορεία ενός δρόμου που μόλις αρχίζει γι αυτούς.

Το δραματουργικό εύρημα και κλειδί συνάμα του περιεχομένου εξαντλείται, νομίζω, σ’ ένα σύμβολο, που μας παγιδεύει σε μια δήθεν ψευδαίσθηση. Το σύμβολο αυτό επενεργεί σαν παραλογικό στοιχείο, μεταμφιέζει πάντως μια πραγματικότητα. Υπάρχει ένας «γιος» του ζεύγους που αποτελεί το ιερό μυστικό του. Αναμένεται να ‘ρθει από στιγμή σε στιγμή σε όλη τη διάρκεια του έργου και όμως ανακοινώνεται ότι έχει πεθάνει περίπου στο τέλος της παράστασης (περιπέτεια δομής). Ο γιος, όπως εγώ τον εξηγώ είναι ένα πνευματικό υποκατάστατο, ένα «μυθιστόρημα» ας πούμε του συζύγου, που κρατούσε σαν μια κλωστή ελπίδας τη μόνη έξω από την πραγματικότητα ανομολόγητη φυγή. Η διαπίστωση του θανάτου και η εναγγελία του είναι μια ομολογία ήττας και μια παραδοχή ότι δεν πρέπει να υπάρχει πια καμιά προσδοκία. Αυτό είναι το τέλος του έργου. Η υποταγή στα πράγματα. Ούτε αίσιο, ούτε απαίσιο τέλος.

Πέρα από τις όποιες αναλύσεις και προσεγγίσεις στο έργο του Άλμπυ, εκείνο που μετράει θεατρικά είναι ότι οι καταστάσεις που ζουν οι ήρωες του και κυρίως ο σαρκοβόρος διάλογος που τις επαληθεύει, χρειάζονται θεατρική παράδοση και ηθοποιούς άξιους να σηκώσουν όλο αυτό το ζοφερό δράμα δωματίου και να το κρατήσουν πειστικά σαν επιχείρημα τραγωδίας. Χωρίς την υποκριτική συμπαιγνία στο φονικό παιχνίδι που συνθέτει με τις λέξεις του ο αμερικανός συγγραφέας, θα μπορούσε να εκφυλισθεί η παράσταση στην εκδοχή της ασημαντολογίας και ασημαντοπραξίας.

Ως προς την παράσταση του θεάτρου Αθήναιον πρέπει απ’ αρχής να ομολογήσω ότι την ριψοκίνδυνη δοκιμασία του έργου «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» ήρθε να την δικαιώσει το αποτέλεσμα.

Το αλληλοσπάραγμα σ’ όλη τη μαζοχοσαδική εναλλαγή των εξευτελισμών το έδωσε σε ρυθμούς και σε εντάσεις που σου έκοβαν πράγματι την αναπνοή η σκηνοθεσία του κ. Ζ. Ντασέν. Διεισδυτική ανάγνωση και έμπειρη εφαρμογή οδήγησαν την παράσταση σε υψηλή ποιότητα.

Η κ. Τζ. Καρέζη δεν θα ‘χε άδικο να κολακεύεται ότι μας επιφύλαξε μια Μάρθα βγαλμένη μεσ ‘από την αποστομωτική αλήθεια της πιστής αναπαράστασης. Ο ρόλος πέρασε από το φίλτρο του ταυτισμού, για να καταλήξει στην προσωπική σφραγίδα. Και η σφραγίδα θα μείνει στη μνήμη.

Ο κ. Κ. Καζάκος έδωσε σ’ αυτή τη σφαγιαστική τραγικώμωδία του Τζωρτζ ένα κυριολεκτικά εκλεκτό επιχείρημα. Ο ρόλος του υπήρξε μια μελετημένη, επίμονη και εμπνευσμένη υποκριτική μονογραφία. Ο κ. Γρ. Βαλτινός κράτησε σθεναρά το επικίνδυνο φορτίο ενός εξαιρετικά εύθραυστου ρόλου διατηρώντας την ισορροπία του έως το τέλος. Δίπλα του η κ. Ο. Λαζαρίδου μας ηθογράφησε με εξαίρετη γλαφυρότητα τη χαζοχαρούμενη κοπελίτσα, τονώνοντας την ηθοποιία της με κάποιους ευεργετικούς τόνους ευδιάκριτης επιρροής.

Το σκηνικό της κ. Λ. Ζαΐμη – εξαντλητικό στις επιπλωτικές του λεπτομέρειες που βοηθούσαν στην υπογράμμιση του ήθους των ενοίκων – προκαλούσε εύστοχα τους θεατές, με την κατάργηση και της πιο στοιχειώδους σύμβασης, να αναγνωρίσουν τη σκηνή σαν ένα οικείο τοπίο της ψυχής του. Η σκηνή κατόρθωσε να εξουσιάσει τον κυκλικό χώρο και να τον εντάξει στην τελετή της. Την αποπνικτική ατμόσφαιρα του έργου υπηρέτησαν η μουσική του κ. Θ. Μικρούτσικου και οι φωτισμοί του κ Ντ. Καρύδη – Φουκς. Η μετάφραση (Τζ. Καρέζη – Στ. Φασουλής) πέρασε μεσ’ από μια φρέσκια και ζωντανά εκδηλωτική γλώσσα, που μερικές φορές το παράκανε στις… εκδηλώσεις της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s