Ρένα Βλαχοπούλου

«Αυτό που ήθελα πάντα ήταν να με προσέχουν οι άλλοι. Πότε τραγούδαγα, πότε χόρευα, πότε έκλαιγα ψεύτικα. Ήθελα ο κόσμος να με χειροκροτεί. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα έφτανα στο σημείο να με σηκώνουν με τα χέρια τους οι θαυμαστές μου ακόμα και με το αυτοκίνητο στις τουρνέ που έκανα!»
Από τις σπάνιες περιπτώσεις πολυτάλαντων καλλιτεχνών. Αξεπέραστη κωμική ηθοποιός, εξαιρετική τραγουδίστρια και απολαυστική show woman! Αγαπήθηκε από το κοινό όσο λίγοι ομότεχνοι της! 

«Ντρεπόμουν να βγω στη σκηνή με  νούμερο. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα γίνω ηθοποιός. Απλώς έτυχε να με δουν. Πίστεψαν από την αρχή ότι ήμουν καλή. Εγώ δεν το πίστευα. Ρε συ Μίμη, τι να σου πω, φοβάμαι πως δεν θα τα καταφέρω, λέω στον Τραϊφόρο. Ο κόσμος χειροκροτούσε να βγω στη σκηνή. Εγώ δεν έβγαινα. Ξαφνικά με πιάνει ο Τραϊφόρος και με σπρώχνει, βγήκα, το νούμερο χάλασε κόσμο!»

Η χειμαρρώδης Κερκυραία με το πηγαίο ταλέντο, γοήτευσε το κοινό, απέσπασε το θερμό χειροκρότημα και τελικά τη λατρεία του, γνωρίζοντας επιτυχία με ό,τι κι αν καταπιάστηκε. Ίσως γιατί αυτός είναι ο ορισμός του γνήσιου ταλέντου. Να δρέπει δάφνες με ό,τι κι αν καταπιαστεί. Γέννημα μιας δύσκολης εποχής, η Ρένα Βλαχοπούλου κατόρθωσε να την ξεπεράσει και να χαρίσει στον κόσμο αυτό που είχε περισσότερο ανάγκη. Το χαμόγελο και το γέλιο. Κι αν σήμερα οι νεότερες γενιές έρχονται σε επαφή με το μπρίο και την μοναδική καλλιτεχνική στόφα της μέσα από τις κινηματογραφικές ταινίες, ωστόσο οι σύγχρονοί της, όσα χρόνια μεγαλούργησε έχουν να θυμούνται τις απολαυστικές ερμηνείες της επί σκηνής είτε ως ηθοποιό, είτε ως τραγουδίστρια.

Έγινε ηθοποιός, έχοντας ήδη διανύσει μία καριέρα 14 χρόνων ως τραγουδίστρια. Είχε όμως κάτι ξεχωριστό αυτή η γυναίκα, εκτός από το χάρισμα της ωραίας φωνής. Κοκέτα μέχρι το τέλος, με υπέροχα πόδια τα οποία πολλοί θαύμαζαν, διέθετε την αμεσότητα της γυναίκας της διπλανής πόρτας ενώ την ίδια ώρα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε λαμπερή και θηλυκή παρουσία, χάρη στη φωνή και το ταμπεραμέντο της. Περιείχε το λαϊκό καθημερινό στοιχείο της καλής γειτόνισσας και την ίδια ώρα γινόταν η λαμπερή ντάμα που τραγουδούσε τζαζ και μάγευε τα πλήθη.

Η Ρένα Βλαχοπούλου υπήρξε πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Ανεπανάληπτη κωμικός, ταλαντούχα σόουγουμαν και εξαιρετική τραγουδίστρια. Σε αντίθεση με τους ρόλους της, ήταν χαμηλού προφίλ.«Δεν έζησα βεντετισμούς και όλες αυτές τις αηδίες, που θα μπει το όνομα μου. Δεν ρώτησα ποτέ, δεν νοιάστηκα ποτέ» έλεγε. Ακόμη και ο τόπος καταγωγής της δεν είναι τυχαίος. Η Ρένα Βλαχοπούλου γεννήθηκε στην Κέρκυρα και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την ακριβή ημερομηνία γέννησής της. Σπούδασε στο Ωδείο του Δραματικού Συλλόγου Κέρκυρας, όπου έκανε και τις πρώτες εμφανίσεις της. Πατέρας της ήταν ο αριστοκράτης Γιάννης Βλαχόπουλος ενώ τη μητέρα της την έλεγαν Καλλιόπη. Έχασε και τους δυο γονείς της στον πόλεμο, κατά τον πρώτο βομβαρδισμό των Ιταλών, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να αναλάβει μεγάλο μέρος της ευθύνης του μεγαλώματος των οκτώ αδελφών της. Το καλοκαίρι του 1939 παντρεύεται τον πρώτο της άντρα, τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου.

Το 1939, με τη φωνή της για εισιτήριο, κατέβηκε στην Αθήνα. Τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα τα έκανε σε καφενεία και αναψυκτήρια, όπου την ανακάλυψε ο Μίμης Τραϊφόρος και την παρουσίασε ως ταλέντο, σ’ένα πρόγραμμα βαριετέ, που είχε ανεβάσει στο κέντρο Όαση του Ζαππείου. Βρίσκει γρήγορα τον δρόμο της και βλέπει τα όνειρά της να παίρνουν μορφή, καθώς κατακτά το κοινό, που τη γνωρίζει σε παραστάσεις του μουσικού θεάτρου. Το πρώτο τραγούδι που είπε ήταν το «Μικρή χωριατοπούλα» του Πολ Μενεστρέλ, το οποίο διασκευάστηκε αργότερα στο πασίγνωστο «Κορόιδο Μουσολίνι», από τον Γιώργο Οικονομίδη. Με δανεικό φουστάνι – της Μπέλας Σμάρω – τραγούδησε τη «Μικρή χωριατοπούλα» στην Όαση του Εθνικού Κήπου και έκανε πάταγο. Στην παράσταση αυτή την άκουσε ο Μακέδος και λίγο αργότερα την προώθησε στο σανίδι και συγκεκριμένα στο Θέατρο «Μοντεάλ» της οδού Πανεπιστημίου, όπου έπαιξε με τις αδελφές Καλουτά και τραγούδησε ντουέτο με τη Σοφία Βέμπο.

Μεσούσης της Κατοχής, το 1942, παντρεύεται δεύτερη φορά με τον Γιάννη Κωστόπουλο, γόνο καλής οικογενείας των Αθηνών. Τότε γνώρισε και τον μεγάλο πιανίστα της τζαζ Γιάννη Σπάρτακο, με τον οποίο συνεργάστηκε στο «Πάνθεον». Η συνεργασία αυτή έφερε και την επιτυχία με όχημα το «Θα σε πάρω να φύγουμε», που πρωτοτραγούδησε το καλοκαίρι του ’44, στην επιθεώρηση «Well com» των Αλέκου Σακελλάριου και Δημήτρη Ευαγγελίδη, στο Θέατρο «Κυβέλη». Το 1946 έδωσε τέλος στο δεύτερο γάμο της κι ενώ είχε ήδη αναδειχθεί «βασίλισσα της τζαζ», δέχθηκε να ακολουθήσει τον Σπάρτακο σε περιοδεία, σε Κύπρο, Τουρκία, Αίγυπτο και Αμερική. Αρνήθηκε την καριέρα που της πρότειναν στην Αμερική γιατί «η Αμερική ήταν κουραστική και δεν με ενδιέφερε ποτέ να γράψω ιστορία». Το καλοκαίρι του 1951 επέστρεψε στην Αθήνα, κάνοντας την επανεμφάνιση της στο Θέατρο «Σαμαρτζή», στην παράσταση «Φεστιβάλ στην Αθήνα», πλάι στους Άννα και Μαρία Καλουτά, Νίκο Σταυρίδη, Ορέστη Μακρή και Κούλη Στολίγκα. Το χειμώνα, κατόπιν πρόσκλησης τούρκου παραγωγού, συμμετείχε στην ταινία «Ανατολίτικες νύχτες», στην οποία επανέλαβε το «Θα σε πάρω να φύγουμε» του Σπάρτακου.

 Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο θέατρο ως ηθοποιός. Το 1952 ο Βασίλης Μπουρνέλης, από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες του μουσικού θεάτρου της δεκαετίας του ’50, την κάλεσε να τραγουδήσει ένα ντουέτο με την Μπελίντα στην επιθεώρηση «Βασίλισσα της νύχτας» στο θέατρο «Ακροπόλ». Ακολούθησαν οι επιθεωρήσεις «Να τι θα πει Αθήνα», «Πουλιά στον αέρα», «Κι ο μήνας έχει εννιά». Το διάστημα 1951-1954 συνεργάζεται με θιάσους όπως των Βασίλη Αργυρόπουλου, Γιάννη Πρινέα – Σπ. Τρίχα, Παρασκευά Οικονόμου, Ορέστη Μακρή – Σπύρου Πατρίκιου και Μίμη Κοκκίνη – Γεωργίας Βασιλειάδου – Κώστα Δούκα. Το 1953 συγκροτεί θίασο μαζί με τους Αλέκο Λειβαδίτη, Μαρίκα Κρεββατά, Ρένα Ντορ και Γιώργο Γαβριηλίδη με τον οποίο περιοδεύει σε Ελλάδα, Κύπρο και Κωνσταντινούπολη. Το καλοκαίρι του 1954 πήρε για πρώτη φορά θεατρικό ρόλο, στην επιθεώρηση «Σουσουράδα», δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη, με το νούμερο «Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια». Η ιδέα ήταν της Σοφίας Βέμπο. Τα κείμενα υπέγραφαν Μίμης Τραϊφόρος και Γιώργος Γιαννακόπουλος, τη μουσική ο Μενέλαος Θεοφανίδης και τη χορογραφία ο Γιάννης Φλερύ και η Αλίκη Βέμπο.

Δεν άργησε να μπει στην επαγγελματική της ζωή και ο κινηματογράφος. Το 1956 έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, παίζοντας δίπλα στον Νίκο Ρίζο και στον Στέφανο Στρατηγό, στην πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία με τίτλο «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες». Παραγωγός ο Αμερικάνος Πίτερ Μέλας και σκηνοθέτης ο Γιάννης Πετροπουλάκης. Στην ταινία αυτή τραγούδησε μεταξύ άλλων και το «Μαζί σου για πάντα» σε μουσική Μενέλαου Θεοφανίδη. Σημείωσε μεγάλη επιτυχία την ίδια χρονιά στο θέατρο «Μετροπόλιταν» κάνοντας την τηλεφωνήτρια που απαντά σε κάθε κλήση δίνοντας πληροφορίες. Επέστρεψε στον κινηματογράφο το 1962, στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Όταν λείπει η γάτα» μαζί με τους Βασίλη Αυλωνίτη, Νίκο Ρίζο, Μαρίκα Κρεββατά, Σταύρο Παράβα και τις πρωτοεμφανιζόμενες στον κινηματογράφο αδελφές Μπρόγερ.

Ορόσημο για την καρίερα της υπήρξε το 1962, όταν η συμμετοχή της στην ‘Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», έγινε αφορμή να την προσέξει ο Γιάννης Δαλιανίδης και να την χρίσει πρωταγωνίστρια του μιούζικαλ «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1962). Πρόκειται για το πρώτο μιούσικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη στον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Δαλιανίδης προσπάθησε να μεταφέρει πιστά την ατμόσφαιρα και το στυλ των αμερικάνικων μιούσικαλ και δημιούργησε δική του σχολή.  Αν και ο Φίνος είχε αντιρρήσεις για τη συμμετοχή της Βλαχοπούλου στην ταινία, ο Δαλιανίδης επέμεινε και δικαιώθηκε. Η ταινία αυτή ήταν η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της κινηματογραφικής σεζόν 1962-1963 και καθιέρωση τη Ρένα Βλαχοπούλου ως σταρ του σινεμά. Σ’αυτή τη ταινία η Ρένα ερμήνευσε δύο τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες το «Σαν ξημερώνει Κυριακή» ντουέτο με τον Ντίνο Ηλιόπουλο και το περίφημο «Έχω Στενάχωρη Καρδιά». Και τα δύο σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους του Γιάννη Δαλιανίδη.

Το 1963 πρωταγωνίστησε στην ταινία «Ένα κορίτσι για δύο» (500.000 εισητήρια) και το 1964 στην ταινία «Κάτι να καίει» (750.000 εισητήρια). Για το «Κάτι να καίει», ο Μίμης Πλέσσας της είχε γράψει τις επιτυχίες «Γλυκιά ζωή», «Άνοιξε, άνοιξε», «Ο δρόμος είναι δύσκολος» και το «Όπου και αν πάω». Ακολουθούν το 1964 οι ταινίες «Η χαρτοπαίχτρα» (600.000 εισητήρια) και το «Κορίτσια για φίλημα» (750.000 εισητήρια) στην οποία τραγούδησε τις επιτυχίες «Κοντά σου», «Ελλάδα μου», «Γελά ο γαλάζιος ουρανός» και «Η Αθήνα τη νύχτα». Το 1965 πρωταγωνίστησε στις ταινίες «Φωνάζει ο κλέφτης» και «Ραντεβού στον αέρα». Στην τελευταία η Βλαχοπούλου έπαιξε πρώτη φορά σε διπλό ρόλο ενσαρκώνοντας τη Τζένη Σταθάτου και τον εαυτό της. Σε αυτήν την ταινία θα ερμηνεύσει για δεύτερη φορά το περιβόητο «Έχω στενάχωρη καρδιά» και το «Φεύγουν τα χρόνια». Σε όλες τις παραπάνω ταινίες σκηνοθέτης ήταν ο Γιάννης Δαλιανίδης. Το 1965 της έγινε πρόταση να πρωταγωνιστήσει στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Μια τρελή τρελή οικογένεια» και να ενσαρκώσει την περίφημη Πάστα Φλώρα. Αρνήθηκε διότι, όπως δήλωσε σε συνέντευξή της μεταγενέστερα, ήταν μικρή σε ηλικία τότε, για να υποδυθεί τη μητέρα της Καρέζη και έτσι ο ρόλος δόθηκε στη Μαίρη Αρώνη.

Το 1966, έκανε μεταγραφή από τη Φίνος Φιλμ στην εταιρεία Καραγιάννης Καρατζόπουλος. Η συμφωνία προέβλεπε διπλάσια αμοιβή για τη Βλαχοπούλου και ποσοστά στα κέρδη. Την ίδια χρονιά γύρισε τη «Βουλευτίνα» και ένα χρόνο αργότερα, το 1967 το «Βίβα Ρένα», υποδυομένη δεύτερη φορά σε διπλό ρόλο την φτωχή και άσημη Ρένα Παπαλιού και τη διεθνούς φήμης Ιταλίδα τραγουδίστρια Πεπίτα Ντι Κορφού. Το 1968 υποδύθηκε τη «Ζηλιάρα» στην ομώνυμη ταινία. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν με συμπρωταγωνιστή καια κινηματογραφικό θύμα – σύζυγο τον Νίκο Σταυρίδη που, για αγνώστους μέχρι σήμερα λόγους, αποχώρησε και ολοκληρώθηκαν με τον Γιώργο Κωνσταντίνου. Και στις τρεις ταινίες της σ’αυτήν την εταιρία, σκηνοθέτης ήταν ο Κώστας Καραγιάννης ενώ τη μουσική έγραψε ο Γιώργος Κατσαρός. Το 1969 επέστρεψε στη Φίνος Φιλμ με την «Παριζιάνα» που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Δαλιανίδης. Ακολούθησαν το 1970 οι ταινίες «Μια τρελλή σαραντάρα» και «Η θεία μου η χίπισσα», το 1971 «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι», «Ζητείται επειγόντως γαμπρός» και το 1972 «Η Κόμισσα της Κέρκυρας» και «Η Ρένα είναι οφσάιντ» σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου. Στις ταινίες που πρωταγωνιστούσε δεν δίσταζε να παραβιάζει το σενάριο και να αυτοσχεδιάζει. Από το 1972, ο ελληνικός κινηματογράφος μπαίνει σε περίοδο παρακμής, καθώς η θεαματική είσοδος της τηλεόρασης, κάνει το ενδιαφέρον του κοινού να στραφεί στο νέο μέσο. Η Βλαχοπούλου για τα επόμενα επτά χρόνια δεν γύρισε ταινίες.

Παράλληλα με την κινηματογραφική της καριέρα, συνέχισε την καριέρα της στο θέατρο και στο τραγούδι. Το 1959 εμφανίστηκε στο Α’ Φεστιβάλ Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας με ένα τραγούδι του Κώστα Καπνίση και του Θάνου Σοφού, το «Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας». Την επόμενη χρονιά τραγούδησε ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή το «Πρώτο χελιδόνι». Στις αρχές του ’60, είχε μοιραστεί στα τρία: τα πρωινά ηχογραφήσεις και συνεργασίες με το ΕΙΡ, το βράδυ θέατρο και μετά την παράσταση εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα. Το καλοκαίρι του 1966 συγκρότησε θίασο με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και τον Γιάννη Βογιατζή, ενώ το καλοκαίρι του 1967 ηγήθηκε του θιάσου Βλαχοπούλου – Κωνσταντίνου – Σαπουντζάκη, που ανέβασε τη «Λουλουδιασμένη Αθήνα». Την ίδια χρονιά έκανε και τον τρίτο γάμο της, με τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη. Το 1976 έρχεται η ώρα να εμφανιστεί και στην μικρή οθόνη, στην τηλεοπτική σειρά του Αλέκου Σακελλάριου «Μια Αθηναία στην Αθήνα»

Το 1988 εκδηλώνει γαστρορραγία. Δεν θα είναι ποτέ πια τόσο εκρηκτική και θα τραγουδά πλέι μπακ. Παρόλα αυτά συνέχισε να είναι παρούσα στο θέατρο, εισπράττοντας την αγάπη και το χειροκρότημα του κοινού. Το 1990, την εποχή που γεννήθηκε η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση, η Ρένα ήταν από τους πρώτους ηθοποιούς που έπαιξαν σε τηλεοπτικές σειρές ιδιωτικού καναλιού. Υπέγραψε με τον ΑΝΤ1 συμβόλαιο και τη δεύτερη τηλεοπτική περίοδο λειτουργίας του σταθμού (1990-1991) έπαιξε στη σειρά «Μάμα μία» και την επόμενη περίοδο στο «Μάλιστα κύριε» με τον Γιάννη Μιχαλόπουλο. Την ίδια σεζόν εμφανιζόταν στο μουσιό θέατρο Ρεξ της οδού Πανεπιστημίου, σε ένα μουσικό πρόγραμμα, πλαισιωμένη από τους Δημήτρη Μητροπάνο, Γλυκερία, Γιάννη Μηλιώκα και τον συνθέτη Χρήστο Νικολόπουλο. Την περίοδο 1992-1993, έπαιξε τελευταία φορά σε επιθεώρηση, στο έργο «Για την Ελλάδα ρε γαμώ το». Είπε «αντίο» στο θέατρο, τη σεζόν 1993-1994 με την «Χαρτοπαίχτρα» του Ψαθά, που ανέβηκε στο θέατρο Μπροντγουέι. Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με την τραγουδίστρια Αλέξια, στον δίσκο «Η Αλέξια ερμηνεύει τα κλασικά», τραγουδώντας μαζί την παλιά της επιτυχία «¨Εχω απόψε ραντεβού».

Το 1995 πραγματοποίησε άλλη μία εμφάνιση, σοτ Mega Channel, σε επεισόδιο των «Δέκα μικρών Μήτσων» πλάι στον Λάκη Λαζόπουλο. Το 1997 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Η Ρένα τραγουδάει τζαζ» επανεκτελώντας παλιές ελληνικές και διασκευασμένες ξένες επιτυχίες, σε μουσική του συνθέτη Γιώργου Θεοδοσιάδη. Σε τέσσερα τραγούδια τη συνόδευσαν οι Λάκης Λαζόπουλος, Γιάννης Βογιατζής, Μάριος Φραγκούλης και Ντέμπορα Μάγιερς. Ο δίσκος, ωστόσο, θεωρείται κατώτερος του ταλέντου της. Το 2002 κυκλοφόρησε η βιογραφία με τίτλο «Βίβα Ρένα» από τις εκδόσεις Άγκυρα σε επιμέλεια του Μάκη Δελαπόρτα, ενώ η γενέτειρα της Κέρκυρα, την τίμησε μετονομάζοντας το θέατρο πρώην θερινού ανακτόρου «Μον Ρεπό» σε θέατρο «Ρένα Βλαχοπούλου». Το 2003, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωστής Στεφανόπουλος της απένειμε τον «Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα» για την προσφορά της στις τέχνες.

Πέθανε στις 7 το απόγευμα, της Πέμπτης 29 Ιουλίου 2004, στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου είχε εισαχθεί στις 16 Ιουλίου για να υποβληθεί σε εγχείρηση καθώς υπέστη διάτρηση στομάχου που οφειλόταν σε υποτροπή σακχάρου. Το ιατρικό ανακοινωθέν ανέφερε ως αιτία θανάτου την αιφνίδια ανακοπή καρδιάς. Στις 30 Ιουλίου 2004 η σορός της εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Αγίου Λαζάρου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. 

«…Ο καθένας μας είναι μοναδικός. Όπως τα δέντρα έχουν τον ίσκιο που ρίχνουν, έτσι κι εμείς, ανάλογα με αυτό που είμaστε, ρίχνουμε τον ίσκιο μας. Άλλος έχει πιο μεγάλο, άλλος πιο μικρό. Αλλά όλοι μας έχουμε τον δικό μας ίσκιο. Μην σε απασχολούν οι κριτικές. Δεν τις πήρα ποτέ στα σοβαρά. Κάνε αυτό που θέλεις να κάνεις και τα αποτελέσματα θα τα βρεις μπροστά σου. Αν αξίζεις, καμιά κριτική δεν μπορεί να σε εξαφανίσει στην συνείδηση του κόσμου…»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s