Συνομιλίες με την Τζένη – Αποσπάσματα από συνεντεύξεις

«Πάντα κάτι σημαντικό έχει να πει, ποτέ δεν περιττολογεί, ποτέ δεν κουτσομπολεύει. Μιλάει για στόχους, ονειρεύεται το καλύτερο, αδημονεί για το θεατρικό της τοκετό, όταν εγκυμονεί ένα ρόλο. Και πάντα αναφέρεται στα κοινά, νοιάζεται για τη μοίρα των απλών ανθρώπων, μετέχει στις ζυμώσεις της εποχής της, είναι ενήμερη για την πορεία και τη μοίρα του γένους.» Κώστας Γεωργουσόπουλος

To Art Magazino τιμά την μεγάλη ελληνίδα ηθοποιό που γεννήθηκε σαν σήμερα. Για να μάθουν οι νεότεροι περισσότερα για την Τζένη Καρέζη και για θυμηθούν οι παλαιότεροι, συγκεντρώσαμε και σας παραθέτουμε αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις της.


Είναι πιο εύκολο να ξεγελάς τον εαυτό σου παρά το κοινό.
«Όλα κι όλα, εγώ δεν είμαι βεντέτα. Το μόνο πράγμα που δεν ξέρω είναι το να παίζω θέατρο στον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν υποκρίνομαι ούτε στον εαυτό μου, ούτε στους άλλους. Όταν αγαπώ, δείχνω ολοκάθαρα την αγάπη μου κι όταν αντιπαθώ, δε διστάζω να εκδηλώσω την αποστροφή μου. Γι’ αυτό έχω πολλούς φίλους, αλλά και πολλούς εχθρούς.»»Το κοινό δεν με θέλει διαφορετική από ό,τι είμαι στην πραγματικότητα. Γελιέσαι, αν νομίζεις κάτι τέτοιο. Είναι πιο εύκολο, πίστεψέ με, να ξεγελάσεις τον εαυτό σου παρά το κοινό. Υπάρχει μέσα του κάποιο αλάνθαστο ένστικτο που το βοηθάει να καταλάβει τι είδους άνθρωπος είσαι και σε δέχεται ή σε απωθεί γι’ αυτό που πραγματικά είσαι κι όχι γι’αυτό που παριστάνεις.»»Όταν γεράσω θα ήθελα να θυμάμαι μια ζωή που να έχει κυλήσει χωρίς σπατάλες. Θέλω, δηλαδή, να έχω τη σιγουριά ότι  τη χρησιμοποίησα για ουσιαστικά πράγματα και δεν την κατάντησα έρμαιο συνθηκών και των αδυναμιών μου.»»Η εποχή μας μου φαίνεται σαν πίνακας αφηρημένης τέχνης. Μπερδεμένη, ακατανόητη και δύσκολη.»

Από συνομιλία με την Αγγελική Δαμίγου, «Ταχυδρόμος», 9/5/1964


Το θέατρο ξεκαθαρίζει από μόνο του, σαν μεγάλος κριτής, τους ανθρώπους που του κάνουν.«Πιστεύω ότι στη θεατρική μου καριέρα δε με βοήθησε καθόλου ο κινηματογράφος. Αντιθέτως νομίζω ότι στον κινηματογράφο με βοήθησε το θέατρο, αλλιώς τα πράγματα θα ήταν πολύ εύκολα. Ξέρω ότι έχουμε πολλές πρωταγωνίστριες της οθόνης που θα μπορούσε το κοινό, αν ήθελε να πάει να τις δει, αλλά δεν πηγαίνει. Το θέατρο ξεκαθαρίζει από μόνο του, σαν μεγάλος κριτής, τους ανθρώπους που του κάνουν, ανεξαρτήτως του κινηματογράφου. Εγώ προσωπικά είμαι θιασάρχης, δηλαδή υπεύθυνη για τα έργα που ανέβασα πέντε χρόνια.Έπαιξα έργα εμπορικά, αλλά ωραία, προσπαθώντας να κρατήσω μια ποιότητα στην παράσταση, και αυτό για ν’αποκτήσω δύναμη, ώστε μια μέρα να κάνω και δυσκολότερα πράγματα. Τώρα νομίζω ότι ήρθε ο καιρός. Έχω υποχρέωση απέναντι στο κοινό που μ’αγαπάει και που έρχεται πιστά και με βλέπει να του δώσω και άλλα πράγματα και μια άλλη Καρέζη. Μια Καρέζη της αρχής της καριέρας μου, όπου κοριτσάκι ακόμα στο Εθνικό, έπαιξα άπειρους κλασικούς και μεγάλους ρόλους.Τώρα λοιπόν αυτό θα γίνει. Δε θ’ απαρνηθώ βέβαια την κωμωδία, που είναι δύσκολο είδος και την αγαπώ πολύ, αλλά θα προσπαθήσω ν’ανεβάσω έργα μ’ένα γενικότερο μήνυμα, που κάτι θα έχουν να πουν.Όταν ηγείσαι μιας δουλειάς, πρέπει να ηγείσαι. Εγώ όσο μπορώ το προσπαθώ. Αν ρωτήσετε ανθρώπους που συνεργάστηκαν ολόψυχα μαζί μου, θα σας πουν ότι δεν είμαι καθόλου αυταρχική, ότι είμαι φίλη και ότι όλοι στο θίασο είμαστε σαν μια οικογένεια. Ως προς τομέα της σκηνοθεσίας, κρίνω ότι όταν έχει παίξει πολύ καιρό ένας ηθοποιός ορισμένα έργα, έχει αποκτήσει μια εμπειρία και μπορεί ωραιότατα ν’αντιμετωπίσει και το βάρος της σκηνοθεσίας, και όπως αποδείχτηκε από τις παραστάσεις που σκηνοθέτησα είχα δίκιο. Για έργα δυσκολότερα από αυτά που σκοπεύω να ανεβάσω, βεβαίως θα φωνάξω σκηνοθέτη, γιατί εγώ προσωπικά θα πρέπει να ασχοληθώ με τον ρόλο μου. Όσο για το παράπονο νέων ηθοποιών απέναντί μου, εκπλήσσομαι. Ποτέ δεν συνεργάστηκα διαρκώς με τα ίδια πρόσωπα. Αν βέβαια σε ένα έργο υπάρχουν επτά ρόλοι και μου ζητήσουν δουλειά σαράντα, μοιραία οι τριάντα τρεις θα είναι παραπονεμένοι, αλλά σ’αυτό δεν ευθύνομαι εγώ.Πάντως, πιστεύω στους νέους και δίνω όσες μπορώ περισσότερες ευκαιρίες και καλούς ρόλους σ’αυτούς. Φυσικά είναι αδύνατο να δώσω σε όλους.»

Από συνομιλία με τον Αρτέμη Μάτσα, «Εμπρός» 27/7/1968


Αν πρέπει να σκεφτούμε κάποιους, είναι αυτοί που πραγματικά ταλαιπωρήθηκαν. – Η Τζένη Καρέζη αφηγείται τη σύλληψη της από την Χούντα που έγινε την Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 1973. 
«Ήρθαν το μεσημέρι, ντυμένοι με πολιτικά. Είπαν πως είναι από την Ασφάλεια και μας άφησαν με την εντύπωση ότι μας συλλαμβάνουν και τους δύο. Με ακολούθησαν μέχρι το μπάνιο που πήγα για να ντυθώ.
Όταν κατεβήκαμε κάτω, μας χώρισαν τα χέρια. Ο Κώστας έμεινε μόνος, ανήμπορος να βοηθήσει, στο πεζοδρόμιο. Εμένα μ’έβαλαν σ’ένα πολύ μικρό αυτοκίνητο μαζί με δύο άντρες στο πίσω κάθισμα. Ήταν η χειρότερη ώρα. Με οδήγησαν στην ΕΣΑ Φιλαδελφείας. Έμεινα σε ένα κελί μέχρι τις 11 το βράδυ. Μετά με πήραν για ανάκριση, που κράτησε ως το πρωί.
Στις 9 με μετέφεραν στο ΕΑΤ και η ανάκριση συνεχίστηκε ως το βράδυ της Παρασκευής. Ρωτούσαν γιατί περάσαμε από το Πολυτεχνείο να ενθαρρύνουμε τους φοιτητές, γιατί κλείσαμε τα θέατρα.
Έμεινα μία εβδομάδα στο κελί σε απομόνωση. Τις πρώτες μέρες χωρίς βιβλία. Ζητούσα έστω και το «Πιστεύω» του Παπαδόπουλου. Την Παρασκευή το βράδυ ήρθαν να μου αναγγείλουν ότι πάνε να συλλάβουν τον Κώστα. Άκουγα αργότερα τις φωνές και νόμιζα πως ήταν εκείνος που φώναζε. Το πρωί του Σαββάτου μ’έπιασε υστερική κρίση. Κατέβηκαν να με ηρεμήσουν και με βεβαίωσαν πως ο άντρας μου είναι καλά.
Την Τετάρτη με μετέφεραν στη Ν. Φιλαδέλφεια. Φεύγοντας φώναζα «Κώστα, Κώστα, να ‘μαι» ελπίζοντας πως ο Κώστας θα με ακούσει. Άδικα. Τον είχαν ήδη μεταφέρει από την προηγούμενη. Στη Νέα Φιλαδέλφεια οι συνθήκες διαβίωσης ήταν καλύτερες.
Μου ανήγγειλαν οι ίδιοι την πτώση του Παπαδόπουλου. Το βράδυ της Τετάρτης, από ένα τρανζίστορ του φρουρού, άκουσα το λόγο του Ανδρουστόπουλου. Και τότε απελπίστηκα. Ήρθα για πρώτη φορά αντιμέτωπη με την ωμή βία. Κι έζησα αυτή τη τρομερή αίσθηση, να ξέρεις πως σε θάβουν ζωντανή και δεν υφίστασαι. Ωπωσδήποτε όμως, το δικό μας πέρασμα από την ΕΣΑ ήταν το πιο ανώδυνο που θα μπορούσε να γίνει. Αν πρέπει να σκεφτούμε κάποιους, είναι αυτοί που πραγματικά ταλαιπωρήθηκαν. Εγώ έφυγα από εκεί με κέρδη ανθρώπινα σοβαρά. Αυτό που με ξάφνιασε ήταν το γεγονός ότι ήξεραν όλες μου τις κινήσεις. Ακόμα και με ποιους είχε μιλήσει στο τηλέφωνο.»

«Ταχυδρόμος» 9/8/1974


Το χειροκρότημα με ενδιαφέρει, αλλά όχι οποιοδήποτε χειροκρότημα.«Τώρα πια ξέρω πως το θέατρο που μ’ενδιαφέρει, δεν είναι το θέατρο του ενός, αλλά των πολλών. Είμαστε ευτυχισμένοι, νιώθουμε να λειτουργούμε σωστά δουλεύοντας έτσι, όλοι μαζί, σε ένα κλίμα συνεργασίας. Ναι, έχω αλλάξει. Τα πρώτα χρόνια με κυριαρχούσε η φιλοδοξία να γευτώ τη σκηνή, το χειροκρότημα, την επιτυχία. Είναι φυσικό να το χάνεις λίγο όταν γίνεσαι πρωταγωνίστρια σε μια βραδιά, όπως έγινα εγώ.Ωστόσο, τώρα πια ξεπέρασα ακόμα και τη φιλοδοξία της ερμηνείας μεγάλων ρόλων, των κλασικών ρόλων που ονειρεύεται κάθε ηθοποιός. Αυτή την ώρα και σ’αυτό τον τόπο, περισσότερο δεμένη μαζί του από κάθε άλλη φορά, μ’ενδιαφέρει ένα θέατρο που αντλεί από τον λαό και απευθύνεται στο λαό. Η ιστορία μας, πλούσια πολύ, έχει πολλά να μας διδάξει. Οφείλουμε να ψάξουμε, να βρούμε εκεί μέσα τα θέματα μας και να προσπαθήσουμε να τα κάνουμε καλό θέατρο.Θα ήταν ψέμα αν έλεγα ότι παραιτούμε από το χειροκρότημα, κι αν έχω κάτι να χαίρομαι, είναι η ειλικρίνειά μου. Το χειροκρότημα μ’ενδιαφέρει, αλλά όχι οποιοδήποτε χειροκρότημα. Υπάρχουν κάποιες χαρές που βγαίνουν μέσα από τη σχέση σου με το κοινό και που μετράνε πολύ περισσότερο. Αυτές τις χαρές την αμεσότητα της επαφής, την αίσθηση πως ο άλλος είναι δίπλα σου, συμπορεύεται μαζί σου, πως η απόσταση σκηνής-πλατείας, ηθοποιού-θεατή έχει καταργηθεί, τις χαίρεσαι περισσότερο σ’αυτό το είδος θεάτρου που παίζουμε τώρα. Ένα θέατρο, που , πρέπει να πω, άγνωστο για μένα, στην αρχή με τρόμαξε κι έπειτα με κατέκτησε ολοκληρωτικά»

Συνομιλία με τη Σούλα Αλεξανδροπούλου, «Φαντάζιο» 17/9/1974


Δεν μπορείς να κρίνεις κάτι, αν δεν το αγαπάς.«Ελάχιστες… πολύ ελάχιστες κριτικές γράφονται καλοπροαίρετα. Σπάνια… σπανιότατα μία κριτική μπορεί να φανεί χρήσιμη σε έναν ηθοποιό και να τον βοηθήσει να κατανοήσει πιο βαθιά και πιο σωστά τη δουλειά του. Υπάρχει το θλιβερό φαινόμενο, άνθρωποι που κρατούν υπεύθυνες στήλες να παίρνουν τόσο στα σοβαρά τον εαυτό τους , ώστε χωρίς κανέναν, μα κανέναν απολύτως ενδοιασμό, να παριστάνουν τους παντογνώστες, τους κήνσορες, ακόμα και τους τιμητές ολόκληρου του θεατρικού χώρου. Χωρίς καμία διάκριση, καμία αναστολή, καμία αμφιβολία για τις απόψεις τους, κυρίως, και αυτό είναι το πιο μελαγχολικό, μη έχοντας την παραμικρή αμφιβολία για τις γνώσεις τους. Κρίνουν το θέατρο έχοντας πολλές φορές φιλολογική γνώση του αντικειμένου και όχι ουσιαστική. Δεν μπορείς να κρίνεις κάτι, αν δεν το αγαπάς, αν δεν το ξέρεις ουσιαστικά. Γιατί έτσι οδηγείσαι στο να κάνεις εις βάρος του φιλολογικές εξυπνάδες και τερτίπια φραστικά. που θα διασκεδάζουν ίσως την παρέα σου το βράδυ, αλλά που κατά κανέναν τρόπο δεν αφορούν το θέατρο, τους εργάτες του και το κοινό. Οι κριτικοί ακολουθούν τον δρόμο τους λοιπόν. Οι καλλιτέχνες τον δικό τους… Και το κοινό… ακολουθεί τους καλλιτέχνες, γιατί αυτοί και μόνο το αφορούν»

Απάντηση σε έρευνα της Άννας Βλαβιανού για την κριτική, «Επίκαιρα» 3/7/1978


Το πολιτικό έργο κρύβει πάντα τον κίνδυνο να γίνει μπροσούρα.«Το Τσίρκο ήταν σταθμός στη ζωή και την καριέρα μου. Ήταν κάτι παραπάνω από θέατρο, ήταν πολιτική πράξη. Έργα σαν κι αυτό δεν ξαναγίνονται εύκολα. Έλεγε ουσιαστικά πράγματα και συγχρόνως ήταν θέατρο.Είναι μέσα στα όνειρα μας να ανεβάσουμε ένα έργο σαν το Τσίρκο, αλλά είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί. Το πολιτικό έργο κρύβει πάντα τον κίνδυνο να γίνει μπροσούρα, οπότε παύει να είναι θέατρο. Αυτό λοιπόν το μοναδικό χάρισμα του Τσίρκου φοβάμαι πως δεν μπορεί να ξαναγίνει. Αν υπήρχαν πολλά τέτοια έργα, εμείς δε θα παίζαμε τίποτ’ άλλο. Η αλήθεια είναι πως το τσίρκο άνηκε σε μία εποχή και είναι δύσκολο να επαναληφθεί. Η γοητεία εκείνων των καιρών μοιάζει πια πολύ μακρινή. Εξάλλου, από την παρέα, δε θα υπάρχει πια και ο Νίκος Ξυλούρης, από τους κυριότερους συντελεστές της παράστασης.

Από συνομιλία με τη Μαρία Μαραγκού, «Τηλέραμα» 9/5/1981


Εγώ δεν ήμουν θεωρητικός, ήμουν θεατρίνα.«Εγώ εμπόριο στην τέχνη μου δεν έκανα ποτέ. Υποχωρήσεις στο ρεπερτόριο έκανα. Ναι. Δεν έπαιξα τους ρόλους που θα έπρεπε και που θα ήθελα να παίξω. Έτυχε, ακόμα, να παίξω και έργα που δε μου αρέσανε καθόλου… Αλλά δεν το έκανα για τα λεφτά. Ποτέ δε με ενδιαφέρανε. Το έκανα γιατί ήθελα να παίζω μπροστά σε κοινό! Μόλις έβλεπα το θέατρο γεμάτο, ήμουν ευτυχισμένη. Έβγαινα στη σκηνή και έδινα όλη μου τη ψυχή. Ό,τι και να έπαιζα το αντιμετώπιζα σαν να ήταν Σαίξπηρ ή Τσέχοφ ή Γκολντόνι… Και κάθε βράδυ έψαχνα… και κάθε βράδυ κάτι άλλαζα. Την προχώραγα τη δουλειά μου. Σπούδαζα την ατάκα… τους χρόνους… την παύση… Με μέθαγε αυτό το πάρε δώσε με το κοινό… Τη ζούσα τη δουλειά μου, καταλαβαίνεις; Εγώ δεν ήμουν θεωρητικός, ήμουν θεατρίνα! Με τα λεφτά δεν είχα ποτέ καλές σχέσεις. Κάθε φορά που έπρεπε να κάτσω με το λογιστή, με έπιανε πανικός… Τον απόφευγα όπως ο διάολος το λιβάνι. Γέμιζε το θέατρο; Είχαμε ουρές; Αυτό ήταν. Μόνο που να… τα χρόνια πέρασαν. Μεγαλώσαμε. Γίναμε δύσκολοι. Γινόμαστε λιγότερο εύκολα ευτυχισμένοι.»«Θέλω τώρα να παίξω μεγάλους ρόλους. Μεγάλα έργα. Να παλέψω μαζί τους. Να κερδίσω πιο δύσκολες μάχες. Σαν αυτή που κέρδισα με την «Βιρτζίνια Γουλφ»… Τι συγκλονιστική εμπειρία! Ένα έργο τόσο δύσκολο και άπλωσε πλοκάμια σαν χταπόδι. Σ’ όλα τα στρώματα του κοινού… Από την «ιντελιγκέντσια» μέχρι τους πιο απλούς ανθρώπους. Και η νεολαία! Δεκαεφτά χιλιάδες φοιτητές είδανε την παράσταση! Το καταλαβαίνεις; Και λύκεια! Και γυμνάσια! Έρχονταν οργανωμένοι με τους καθηγητές τους! Δεν είναι θαύμα; Και το έργο πάει δεύτερη σεζόν. Και είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της καριέρας μου. Και κάθε βράδυ πάλι θα ρωτάω: «Πόσα φοιτητικά έχουμε;» Γιατί αυτό είναι είσπραξη, αυτό είναι δικαίωση! Κι αυτή είναι η σχέση μου με το εμπόριο της τέχνης.»

«Εγώ πιστεύω πως ουσιαστική επικοινωνία με το κοινό γίνεται από τη σκηνή. Εκεί βγαίνεις γυμνός στον ήλιο και ο κόσμος εισπράττει από σένα εκείνο που θέλει. Αλλά, βέβαια, μέσα στη δουλειά μας ειναι και η δημοσιότητα. Πως να το κάνουμε; Είναι μέσα στους κανόνες του θεάματος. Ο ηθοποιός είναι ζωντανό κύτταρο της κοινωνικής ζωής. Οι απόψεις του ενδιαφέρουν τον κόσμο. Τον ενδιαφέρει τον κόσμο η πραγματικότητα ενός ηθοποιού εκτός σκηνής. Αλλά αυτό το ενδιαφέρον καμιά φορά παίρνει πολύ στραβό δρόμο. Και από το κοινό και από εμάς και από τους δημοσιογράφους. Πέφτει σε ένα επίπεδο κουτσομπολιού, επίδειξης, επιδειξιομανίας, δηλαδή του είδους… Που τρώμε; Τι τρώμε; Ποιον ερωτευόμαστε και ποιον αφήνουμε; Τι ψηφίζουμε; Άκου, αυτή η δημοσιότητα δεν μου αρέσει. Όταν ήμουν νέα, πολλές φορές μπόρεσα να την αποφύγω, αλλά ποτέ, μα ποτέ δεν την επιδίωξα. Κάπου ντρεπόμουνα όταν με ρωτάγανε τι άρωμα φοράω… Κάπου με ενοχλούσε που μου ζητάγανε αυτόγραφο και από ανθρώπους άσχετους με τη δουλειά μας… τουλάχιστον όπως το εννοώ εγώ. Καλώς ή κακώς. Τα μόνα αυτόγραφα που υπέγραφα με χαρά ήταν αυτά που μου ζητάγανε στο καμαρίνι μου. Στο θέατρο μετά την παράσταση. Αφού με είχανε δει να παίζω.»

«Με τους συναδέλφους μου εγώ είχα πάντα καλές σχέσεις… Εκτός από μερικούς πλεγματικούς ή ανεπιβεβαίωτους ή πάσχοντες από πρωταγωνιστικό σύνδρομο, χωρίς να έχουνε τη δέουσα υποδομή (που είναι και το χειρότερο είδος). Εγώ είμαι ηθοποιός. Είμαι λοιπόν με τους ηθοποιούς. Τους αγαπάω. Με αγαπάνε. Μαζί δίνουμε κάθε βράδυ τη μάχη στην παράσταση. Τους σέβομαι πάνω στη σκηνή και με σέβονται κι εκείνοι. Τα μέσα παραγωγής στο θέατρο ανήκουν στον ίδιο τον ηθοποιό και μόνος του τα χειρίζεται. Είναι δικά του. Κανείς δεν τα εκμεταλλεύεται. Κι ανάλογα με την αξιοποίηση και την καλλιέργεια των μέσων του, γίνεται κανείς αυτό που γίνεται. Έτσι γίνανε όλοι. Έτσι γίναμε κι εμείς. Έτσι έγινα κι εγώ. Παίζοντας δίπλα σε ιερά τέρατα όπως η Παξινού, ο Μινωτής, ο Παππάς, η Αρώνη, ο Διαμαντόπουλος. Κανείς δεν με εμπόδισε. Στο θέατρο κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει ποτέ κανέναν. Και ας τ’αφήσουμε τα παραμύθια για τους «καρχαρίες», για το «κατεστημένο». Ποιο κατεστημένο; Στην τέχνη δεν υπάρχει κατεστημένο, γιατί όλα είναι ευάλωτα και ρευστά. Το κατεστημένο είναι κάτι που λιμνάζει. Στο θέατρο δεν προλαβαίνεις να λιμνάσεις. Σε πήρε ο διάολος και σε σήκωσε! Στο θέατρο τρως τις σάρκες σου κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Πως να κατασταθείς; Πως να λιμνάσεις; Το μόνο που λιμνάζει είναι η έλλειψη ταλέντου και από κει και πέρα αρχίζει η τραγωδία. Κοντά σε μένα έγιναν  πολλοί γνωστοί ηθοποιοί, ακόμα και πρωταγωνιστές. Και μεγαλύτεροι μου, και συνομήλικοί μου και νεότεροι μου. Ποιος τους εμπόδισε; Και ποιος από αυτούς εμπόδισε εμένα να παραμείνω η Καρέζη; Και να πω κάτι ακόμα, με τους πιο προικισμένους από εμένα η συνεργασία υπήρξε υπέροχη. Πάντα. Η συνεννόηση υπέροχη, πάντα! Μιλάω για τότε που συνεργαζόμασταν. Γιατί τώρα… Είναι και ένα περίεργο επάγγελμα, με τις μισαλλοδοξίες του, την απελπισία και την αγωνία του, την ανασφάλεια, τις αναστολές και τους χαμένους παραδείσους. Τώρα λοιπόν, η σιωπή, η απόσταση και η μοναξιά… Με όντα που κάποτε επικοινώνησες μαζί τους, έστω για μια στιγμή. Έστω για μια ανάσα. Έστω για μια ολόκληρη θεατρική σεζόν. Αλλά εντάξει. Κι αυτό είναι μέσα στο παιχνίδι! Και όσο για το λογιστή (αυτό το ξεχνάμε συνέχεια, αλήθεια), εγώ επεμβαίνω μόνο όταν αισθάνομαι ότι η επιχείρηση μπορεί να κινδυνέψει, δηλαδή όταν η ζωή μου, που τη χρειάζομαι, η δουλειά μου δηλαδή που δεν επιχορηγείται από κανέναν, μπορεί να κινδυνέψει.»

«Ο καλλιτέχνης είναι ούτως ή άλλως στρατευμένος, είτε το θέλει, είτε όχι. Και ο μεγάλος καλλιτέχνης (για να πάρουμε τα πράγματα στην υψηλή και ιδανική τους μορφή) ανήκει στον προοδευτικό χώρο με το έργο του. Είτε το θέλει, είτε όχι. Δε γνώρισα ποτέ πιο στρατευμένους καλλιτέχνες από τους μεγάλους καλλιτέχνες. Όπως η Παξινού, όπως ο Τσάπλιν, ο Ολιβιέ, ο Άλμπυ (λέω τώρα αυτούς που μου έρχονται στο νου). Πολιτικό πρόσωπο; Όχι δεν είμαι. Και δεν είμαι, γιατί θα μου έπαιρνε πολύ καιρό. Κι εγώ λατρεύω τη τέχνη μου και με καλύπτει. Και νιώθω πως εκεί είμαι πιο χρήσιμη. Πολιτικοποιημένη, ναι. Και όχι μόνο τώρα. Υπήρξα πολιτικοποιημένο πρόσωπο σε δύσκολες εποχές.»

Συνομιλία με τον Γιάννη Φλέσσα, «Έθνος» 11/9/1983


Είμαι σταρ, αλλά ποτέ δεν φέρθηκα σαν σταρ, ούτε στην οικογένεια μου ούτε στους φίλους μου.
«Δεν αρνήθηκα τον ρόλο της σταρ. Την «ματσοποίηση» και την ποδοσφαιροποίηση αποποιήθηκα. Που όλα τα ρίχνουμε σε ένα τσουβάλι. Δεν παίζω πια στο κινηματογράφο, γιατί δεν υπάρχουν πια καλά σενάρια. Που να τα βρεις. Και εμένα βρε παιδί μου με ενδιαφέρει και να με δούνε. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που ικανοποιούνται με πέντε θεατές. Και μεταξύ μας ούτε που πιστεύω ότι υπάρχει κανείς που ικανοποιείται. Είμαι σταρ, αλλά ποτέ δεν φέρθηκα σαν σταρ, ούτε στην οικογένεια μου ούτε στους φίλους μου. Δεν άφησα ποτέ αυτή τη λέξη ή, αν θες αυτή την αίσθηση, να μου αλώσει τη ζωή. Για μένα μια στιγμή ευτυχίας πάνω στην σκηνή ισοδυναμεί με χιλιάδες εξώφυλλα και συνεντεύξεις»

«Αποφάσισα την τελευταία δεκαετία να παίξω ερμητικά και κλειστά έργα. Και το κοινό με ακολούθησε. Και αυτό λέει πολλά.»

«Θα παίζω μόνο όταν μου αρέσει κάτι πολύ. Τον άλλο καιρό θα διαβάζω, θα ταξιδεύω, θα ανανεώνομαι. Θα δώσω λίγο χρόνο στον εαυτό μου. Δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου οι ηθοποιοί. Πώς να το κάνουμε βρε αδελφέ.»

«Στις αναποδιές φοβάμαι μην χάσω εκείνη την ξεχωριστή, εφηβική όρεξη. Το φοβήθηκα το περασμένο χειμώνα με τις αρρώστιες. Πέρασε όμως. Μερικές φορές νομίζουμε πως είμαστε άτρωτοι. Ε μπορεί και να μην είμαστε. Τώρα τα πάω καλά και με τον ύπνο μου. Τον είχα χάσει στις αναποδιές, ενώ τώρα κοιμάμαι 10 ώρες την ημέρα.»

«Για το αν έχω ανταγωνισμό με την Αλίκη Βουγιουκλάκη; Μην τα ακούς αυτά. Ποτέ δεν υπήρξε. Κάποτε εξυπηρετούσε, ειδικά στον κινηματογράφο, τις εταιρείες στο να μας μοιράζονται. Από κει και πέρα είμαστε εντελώς διαφορετικοί σαν χαρακτήρες. Αυτό όμως δεν μας εμπόδισε να έχουμε μια ωραία σχέση ανάμεσα μας.»

Συνομιλία με τον Παναγιώτη Τιμογιαννάκη, Καλοκαίρι 1990


Η Τζένη Καρέζη μιλάει για τον ρόλο της Άννας από το θεατρικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Διαμάντια και μπλουζ» που ήταν το κύκνειο άσμα της μεγάλης ηθοποιού.

«Όταν με χειροκροτούν πολύ σπάνια βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων. Εκείνη τη στιγμή, φτάνει ως εσένα ο ήχος. Δεν βλέπεις επομένως, ακούς, ως την τελευταία ίνα της ψυχής σου. Έτσι ένιωσα και εισέπραξα και το χειροκρότημα γι’ αυτό το μοναδικό ρόλο και πρέπει να σου πω ότι ήτανε από τις ωραιότερες αναλήψεις της ζωής μου. Είναι μοναδικός γιατί ζητάει από τον ηθοποιό να καταθέσει επί σκηνής, όλες τις αποσκευές της δουλειάς, της ζωής, της ψυχής του. Και κυρίως τη γνώμη που απέκτησε για αυτή τη δουλειά. Όλα παίζονται και όλα είναι πάνω στο τραπέζι απ’τη στιγμή που αρχίζει η παράσταση και ξετυλίγεται η προσωπικότητα αυτής της γυναίκας. Παίζοντας τον ρόλο, είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω γι’ αυτόν. Γιατί αισθάνομαι ότι συνομιλώ με τον ρόλο πάνω στη σκηνή πάρα πολύ. Γιατί, όντας ευαισθητοποιημένη, φοβάμαι μην υπερβάλω στοιχεία του και κυρίως μήπως τον προδώσω. Είναι χαρακτήρας πολυδιάστατος και πολυκύμαντος μέσα στην απλότητα και την καθημερινότητα της η Άννα. Κάνει χιλιάδες υπόγειες διαδρομές, καμιά φορά από φράση σε φράση. Γίνονται χιλιάδες ανατροπές και περνάνε άπειρα επίπεδα. Για να πλησιάσει κανείς αυτά, θέλει τρομερή αυτοσυγκέντρωση. 

Συνομιλία με την Όλγα Μπακομάρου,»Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» 4/11/1990


Το 91ο Τεύχος του Art Magazino που κυκλοφόρησε 13 Ιανουαρίου 2019 ήταν αφιερωμένο στην Τζένη Καρέζη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s